«Στα σκοτεινά νερά της πάντοτε μυστηριακής Θεσσαλονίκης...»
Ιστορίες εμπνευσμένες από την πραγματικότητα, τα ανθρώπινα όρια και τις σιωπές που σημαδεύουν τη σύγχρονη κοινωνία.
Η Στέλλα Ελευθερίου, μια νέα υπαστυνόμος στο Τμήμα Καταπολέμησης Εμπορίας Ανθρώπων, καλείται να ισορροπήσει σε ένα εξαιρετικά ευαίσθητο περιβάλλον. Η υπόθεση εξαφάνισης μιας «γυναικείας σκιάς της νύχτας» φαίνεται αρχικά τυπική και αδιάφορη. Γρήγορα όμως, μετατρέπεται σε έναν ανεμοστρόβιλο που φέρνει στην επιφάνεια ανεξέλεγκτα πάθη και μια αλήθεια που όλοι γνώριζαν, αλλά κανείς δεν τολμούσε να προφέρει.
Έχοντας στο πλευρό της τον Στέφανο Βαρδάρη, έναν αστυνομικό που γνωρίζει τους άγραφους νόμους του δρόμου, η Στέλλα θα βυθιστεί σε ένα πλέγμα σιωπής, φόβου και διαπλοκής. Εδάφη ακανθώδη, όπου η γραμμή ανάμεσα στο καθήκον, τη δικαιοσύνη και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια δοκιμάζεται σκληρά.
Όποιος θέλει να καταλάβει τι είναι η τέχνη ας διαβάσει το βιβλίο του Βασίλη Γεωργιάδη. Γιατί η τέχνη είναι μαρτυρία. Είναι το αποτύπωμα που αφήνει το ασύλληπτο στο απτό.
Μια σκιά στον καμβά. Μια δόνηση στην παρτιτούρα. Στο μάρμαρο, μια αμυχή. Στην περίπτωση του Stella Marina, είναι το πότισμα μιας ανάσας στο χαρτί.
Η τέχνη είναι μουντζούρα, είναι λεκές. Οφείλει να τραβάει το βλέμμα. Να ξεχωρίζει, να ενοχλεί. Δεν είναι ευχάριστη, η τέχνη η πραγματική. Δεν είναι όμορφη. Αν είναι όμορφη η τέχνη, έχει ήδη εξημερωθεί. Σαν τον Ιούδα, έχει εξαργυρωθεί.
Ο Βασίλης Γεωργιάδης, αυτό, το γνωρίζει καλά, γι’ αυτό, όταν γράφει, αφήνει τους χαρακτήρες να ξεστρατίσουν. Βγαίνει εσκεμμένα από τη γραμμή. Ξέρει πως η τέχνη της αλήθειας δεν βρίσκεται στην ασφάλεια των λέξεων που παρελαύνουν με στολή. Αναζήτηση της αλήθειας είναι η τέχνη, κι οφείλει να είναι υπερβατική.
Συχνάζει στα παλιά λιμάνια, εκεί που οι φανοστάτες έχουν κουραστεί. Αφήνει τις καλοφωτισμένες λεωφόρους στις "καλές" τους συνειδήσεις. Η τέχνη ξέρει. Ξέρει πως δεν υπάρχει μεγαλύτερο ψέμα από τον ύπνο του δικαίου. Οι δίκαιοι ποτέ δεν κοιμούνται. Αγρυπνούν.
Όπως η Στέλλα και ο Στέφανος, οι πρωταγωνιστές του βιβλίου, που έχουν τα μάτια τους πάντα ανοιχτά. Κι ας στηρίζουν τα βαριά τους βλέφαρα στον ατμό ενός πικρού καφέ. Την αλήθεια, τη συναντάς με τα μάτια ανοιχτά. Ακόμα και τη νύχτα. Ειδικά τη νύχτα. Γιατί τότε βγαίνει παγανιά. Τη συναντάς στα σοκάκια. Τα σκοτεινά, τα υγρά, τα αδιέξοδα. Με τους εφιάλτες αγκαλιά.
Αστυνομικοί είναι ο Στέφανος κι Στέλλα. Εκείνος, παλιάς κοπής. Εκείνη, νέας γενιάς. Όμως, όπως οι λέξεις του Βασίλη Γεωργιάδη δεν φοράνε στολές μα ούτε και κοστούμια. Φοράνε την αξιοπρέπεια τους για μοναδικό παράσημο. Είναι τα δυο ανένδοτα σκέλη ενός διαβήτη που ο συγγραφέας χρησιμοποιεί για να μετρήσει θάρρος και αφοσίωση. Σε μια σαθρή κοινωνία, αυτοί οι στυλοβάτες της ελπίδας θα γίνουν οι κατεδαφιστές του συστήματος.
Όμως, η κατεδάφιση δεν θα γίνει θέαμα για τους πολλούς. Δεν θα έχει εκρήξεις, δεν θα έχει θόρυβο. Θα γίνει στο σκοτάδι και η σιωπή της θα είναι εκκωφαντική! Με πείσμα, με θράσος, με υπομονή, οι ήρωες του Βασίλη Γεωργιάδη τη σκάβουν τη σιωπή. Δεν τη φοβούνται. Είναι δικά της παιδιά. Ούτε το σκοτάδι φοβούνται. Εκεί μεγάλωσαν. Εκεί, πίσω απ’ τον δικό τους πόνο έχουν ανδρειωθεί.
Το Τέρας, όμως, δεν πέφτει αμαχητί. Γρυλίζει, δείχνει τα δόντια του. Δαγκώνει όπου βλέπει αδυναμία, όπου νιώθει πως με τις απειλές και μόνο δεν θα επιβληθεί. Συνήθως, όταν το αίμα κυλάει, στερεύει το μελάνι της καταγγελίας. Ο Βασίλης Γεωργιάδης, όμως, είχε αποφασίσει να το πάει ως το τέλος. Όπως και οι ήρωες του. Για να μη στερέψει ποτέ η πένα του, την έκανε καλέμι. Η γραφή του είναι σκληρή, τόσο σκληρή όσο και η αλήθεια που ορκίστηκε να φανερώσει.
Με κάθε της χτύπημα του, φεύγει και μια επιπλέον φλοίδα διάβρωσης και σήψης από το χοντρόπετσο δέρμα του κυκλώματος της ντροπής. Μέχρι όλοι αυτοί που έκαναν τον άνθρωπο εμπόριο, να βρεθούν με τη σειρά τους στη φωτισμένη σκηνή, εκτεθειμένοι και γυμνοί.
Όμως, μέσα από τη σφοδρότητα των λέξεων, το πηγαίο συναίσθημα του συγγραφέα διεισδύει στη γραφή. Η ανθρωπιά είναι αυτή που φτιάχνει τους ήρωες, όχι το σπαθί. Γι’ αυτό και το καλέμι του καλλιτέχνη, καμία φορά, γίνεται ραβδί. Ένα ραβδί που υπόσχεται πως μια ευχή θα μείνει πάντα ζωντανή.
Η ευχή πως η ελπίδα δεν θα σβήσει όσο θα υπάρχουν άνθρωποι, έστω και λίγοι, που πιστεύουν πως οι αστερίες έχουν ψυχή.